Το Ενετικό Λιμάνι της Ναυπάκτου φωτίστηκε το βράδυ του Σαββάτου, 25 Απριλίου 2026, από τις δάδες της μνήμης, καθώς η πόλη αναβίωσε στιγμές από την Απελευθέρωσή της (18 Απριλίου 1829) και την άφιξη του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια.
Η δεύτερη ημέρα των εορτασμών για την 197η Επέτειο της Απελευθέρωσης της Ναυπάκτου από τον οθωμανικό ζυγό κορυφώθηκε με την Πομπή των Αρματωμένων και το θεατρικό δρώμενο που παρουσιάστηκε στον δυτικό βραχίονα του Ενετικού Λιμανιού, παρουσία πλήθους κόσμου. Με τη συνοδεία Φιλαρμονικών, η πομπή διέσχισε την παραλιακή οδό Ναυμαχίας Ναυπάκτου και κατέληξε στο Λιμάνι. Εκεί, τα μέλη του Συλλόγου Αναβίωσης Απογόνων Σουλιωτών Ναυπακτίας «Έπαχτος» παρουσίασαν δρώμενο αφιερωμένο στον Αγώνα των Ελλήνων Οπλαρχηγών και στη σύνδεση της Ναυπάκτου με την πορεία προς την ελευθερία και τη συγκρότηση του νεότερου ελληνικού κράτους. Οι παραδοσιακές φορεσιές, οι δάδες, οι ήχοι της μουσικής και η επιβλητική παρουσία των συμμετεχόντων δημιούργησαν μία ατμόσφαιρα ιδιαίτερης συγκίνησης, αναδεικνύοντας τον συμβολισμό της Επετείου και τη διαχρονική αξία της ιστορικής μνήμης.
Ακολουθεί το κείμενο της ομιλίας του Δημάρχου Ναυπακτίας κ.Βασίλη Γκίζα στους Εορτασμούς της 197ης Επετείου της Απελευθέρωσης της Ναυπάκτου:
«Σας καλωσορίζω στη Ναύπακτο.
Σε έναν τόπο με ιστορία, με παρόν και με μέλλον.
Και οι φετινοί εορτασμοί πραγματοποιούνται εδώ, με επίκεντρο το Λιμάνι της πόλης μας. Όχι τυχαία.
Το σημείο αυτό δεν είναι απλώς ένα σημαντικό ιστορικό τοπόσημο.
Είναι το σημείο όπου η Ναύπακτος αναγνωρίζει τον εαυτό της. Είναι η πόλη και η ιστορία της, ζωντανή μπροστά στα μάτια μας.
Αυτό φαίνεται ακόμη και από το ίδιο το όνομά της.
Ναύπακτος. Από το «ναῦς» και το «πήγνυμι». Ο τόπος της ναυπήγησης. Ο τόπος που είναι δεμένος με τη θάλασσα, τη ναυτοσύνη, τη σημασία αυτού του περάσματος.
Και αυτή είναι, πιστεύω, η ουσία της Ναυπάκτου.
Ότι σε κρίσιμες στιγμές της ιστορίας δεν ήταν μόνο παρούσα, αλλά το σημείο αναφοράς.
Το βλέπουμε καθαρά το 1571.
Η μεγάλη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, η Ναυμαχία που έμεινε στην ιστορία ως η Ναυμαχία του Lepanto, έγινε στα νερά του Πατραϊκού, κοντά στις Εχινάδες.
Όμως συνδέθηκε άρρηκτα με την πόλη μας. Και αυτό δεν είναι μία απλή ιστορική λεπτομέρεια. Δείχνει τη βαρύτητα που είχε η Ναύπακτος σε μια σύγκρουση που επηρέασε καθοριστικά την ευρωπαϊκή ιστορία και την μέχρι τότε αντίληψη των πραγμάτων.
Το ίδιο ισχύει και για το 1829.
Αυτή τη φορά όχι ως σημείο αναφοράς μιας μεγάλης ναυμαχίας, αλλά ως τόπος ελευθερίας. Από το Λιμάνι αυτό αναχώρησαν οι τελευταίοι Οθωμανοί της Ναυπάκτου.
Και μία ημέρα μετά την έπαρση της ελληνικής σημαίας στο υψηλότερο σημείο του Κάστρου, αγκυροβόλησε εδώ η φρεγάτα «Ελλάς», μεταφέροντας τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, για να δει με τα ίδια του τα μάτια την ελεύθερη πλέον πόλη.
Η απελευθέρωση της Ναυπάκτου δεν ήταν μόνο μια καθοριστική στιγμή για τον τόπο μας. Είχε σημασία πολύ ευρύτερη.
Γιατί όσο το Κάστρο παρέμενε σε οθωμανικά χέρια, υπήρχαν φωνές στην Ευρώπη που ήθελαν τα όρια του νέου ελληνικού κράτους να μένουν στην Πελοπόννησο.
Η απελευθέρωση της Ναυπάκτου ενίσχυσε τη θέση εκείνων που υποστήριζαν ένα κράτος με πολύ βορειότερα σύνορα. Όπως και έγινε.
Αυτό είναι, λοιπόν, ένα πρώτο και καθαρό μήνυμα της σημερινής ημέρας: Υπάρχουν στιγμές που η ιστορία ενός τόπου ξεπερνά τα όριά του και αποκτά εθνική βαρύτητα και σημασία.
Η Ναύπακτος έζησε τέτοιες στιγμές. Και αυτό για εμάς σήμερα δεν είναι μόνο πηγή υπερηφάνειας, αλλά υπενθύμιση ευθύνης.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Όταν έφτασε εδώ ο πρώτος Έλληνας διοικητής, δεν βρήκε μια πόλη έτοιμη να γιορτάσει. Βρήκε μια πόλη σχεδόν άδεια, με μία μόνο εκκλησία.
Και όμως, η Ναύπακτος ξαναγεννήθηκε.
Ξαναέγινε πόλη, γιατί επέστρεψαν σε αυτήν οι άνθρωποί της.
Οι άνθρωποι που είχαν καταφύγει στα χωριά και σε όλες τις γύρω περιοχές, και γύρισαν πίσω για να την ξαναστήσουν από την αρχή.
Μαζί τους εγκαταστάθηκαν εδώ και άλλοι, ανάμεσά τους και Σουλιώτες αλλά και πολλοί ακόμη από τις γύρω περιοχές, που ενώθηκαν με τον τόπο και έγιναν κι αυτοί Ναυπάκτιοι.
Έτσι, η Ναύπακτος στάθηκε ξανά στα πόδια της, κυριολεκτικά από το μηδέν.
Και αυτή η εικόνα λέει πολλά για την ταυτότητα της πόλης μας.
Γιατί η Ναύπακτος δεν είναι μόνο ο τόπος των μεγάλων ιστορικών στιγμών.
Είναι και ο τόπος που ήξερε να ξαναχτίζεται.
Που ήξερε να υποδέχεται. Που ήξερε να ενώνει ανθρώπους και να προχωρά.
Ο τόπος που δεν έμεινε κλεισμένος στο παρελθόν του, αλλά βρήκε τον τρόπο να μετατρέψει τη δοκιμασία σε νέα αρχή.
Και εδώ βρίσκεται το πιο ουσιαστικό νόημα της Επετείου.
Έναν τόπο δεν τον διαμορφώνουν μόνο τα μεγάλα γεγονότα. Τον διαμορφώνουν οι άνθρωποί της.
Οι γενιές που μπορεί να μην πέρασαν στα βιβλία της ιστορίας, αλλά τον κράτησαν όρθιο.
Οι δάσκαλοι που υπηρέτησαν την παιδεία.
Οι ιερείς που κράτησαν τις ενορίες.
Οι τεχνίτες που ξανάχτισαν σπίτια, γειτονιές, ζωές.
Αυτή είναι η μεγάλη συνέχεια της Ναυπάκτου.
Οι μεγάλες στιγμές, της έδωσαν τη θέση της στην ιστορία.
Οι άνθρωποί της, όμως, την κράτησαν ζωντανή μέσα στους αιώνες.
Δεν ζητείται από κανέναν μας να κάνει κάτι ηρωικό. Ζητείται όμως από όλους μας να στεκόμαστε αντάξιοι όσων παραλάβαμε.
Να φροντίζουμε τον τόπο μας.
Να διαφυλάττουμε την ταυτότητά του.
Να κρατάμε δεμένη την κοινωνία μας.
Αυτή είναι και η μεγάλη παρακαταθήκη. Αυτός είναι ο αληθινός φόρος τιμής στην 18η Απριλίου 1829.
Όχι μόνο η μνήμη. Αλλά και η συνέχεια.
Χρόνια πολλά στη Ναύπακτο!
Χρόνια πολλά στις Ναυπάκτιες και τους Ναυπάκτιους, όπου γης!»

