29dfeatureimage

Παρουσία και στο Μεσολόγγι είχε η εγκληματική οργάνωση με τα φάρμακα καρκινοπαθών

Δηλώσεις σχετικά με εξάρθρωση διεθνικής εγκληματικής οργάνωσης, που δραστηριοποιούνταν συστηματικά στην παράνομη διακίνηση φαρμακευτικών σκευασμάτων, κυρίως αποκλειστικής νοσοκομειακής διάθεσης και υψηλού κόστους

Εκπρόσωπος Τύπου Ελληνικής Αστυνομίας, Αστυνομικός Υποδιευθυντής Θεόδωρος Χρονόπουλος:

Καλησπέρα σας.

Σας καλέσαμε εδώ σήμερα για να σας παρουσιάσουμε μία ιδιαίτερα σημαντική υπόθεση, που χειρίστηκε με υποδειγματικό τρόπο η Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας και αφορά στην παράνομη διακίνηση φαρμακευτικών σκευασμάτων, κυρίως αποκλειστικής νοσοκομειακής διάθεσης και υψηλού κόστους.

Μετά από πολύμηνη και ενδελεχή αστυνομική έρευνα η Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας κατάφερε να εξαρθρώσει διεθνική εγκληματική οργάνωση, που δραστηριοποιούνταν συστηματικά στο εγκληματικό αυτό πεδίο, το όποιο λόγω της παράνομης διακίνησης φαρμάκων για ογκολογικές και άλλες σοβαρές παθήσεις, ενέχει ιδιαίτερη κοινωνική απαξία.

Σημειώνεται ότι η εγκληματική οργάνωση από την παράνομη δραστηριότητα της αποκόμιζε τεράστια οικονομικά οφέλη με σημαντική ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς τα συγκεκριμένα φάρμακα καλύπτονται αποκλειστικά από το δημόσιο και προέρχονταν είτε από Νοσοκομεία – νοσηλευτικά ιδρύματα, όπου υπεξαιρούνταν από μέλη της οργάνωσης, είτε από παράνομες συνταγογραφήσεις και απάτες.

Για την υπόθεση αυτή συνελήφθησαν χθες, Πέμπτη 3 Μαΐου 2018, στο πλαίσιο ευρείας αστυνομικής επιχείρησης της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας, με τη συνδρομή του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.), σε περιοχές της Αττικής και στο Μεσολόγγι, συνολικά είκοσι ένα άτομα, ηλικίας από 22 έως 70 ετών. Μεταξύ των συλληφθέντων, είναι και τρία αρχηγικά μέλη της οργάνωσης, ηλικίας 70, 57 και 64 ετών.

Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία κακουργηματικού χαρακτήρα, που αφορά κατά περίπτωση στην συγκρότηση, ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, υπεξαίρεση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ), απάτη από κοινού και κατ’ εξακολούθηση επάγγελμα και συνήθεια, πλαστογραφία μετά χρήσεως, έκδοση ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος κατ’ επάγγελμα συνήθεια και εξακολούθηση, έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές κατ’ εξακολούθηση, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κατ’ εξακολούθηση, καθώς και προμήθεια, κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών.

Συγκατηγορούμενοι των παραπάνω είναι ακόμα δεκατέσσερα άτομα, τα οποία κατηγορούνται -κατά περίπτωση- για απλή συνέργεια σε αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ’ εξακολούθηση, σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα αδικήματα.

Πιο αναλυτικά, τα τρία αρχηγικά μέλη, τουλάχιστον από τον Απρίλιο του 2013, είχαν συγκροτήσει τη συγκεκριμένη διεθνική εγκληματική οργάνωση, η οποία ήταν δομημένη ιεραρχικά και με διαρκή δράση. Στόχος της οργάνωσης ήταν η κατ’ επάγγελμα διάπραξη απατών και υπεξαιρέσεων, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου.

Ως προς τον τρόπο δράσης τους (modus operandi), τα μέλη της οργάνωσης προμηθεύονταν παράνομα, μέσω υπεξαιρέσεων, ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων και απατών, φαρμακευτικά σκευάσματα υψηλού κόστους, κυρίως νοσοκομειακής χρήσης, τα οποία στην συνέχεια διακινούσαν και εξήγαγαν σε φαρμακαποθήκες της Γερμανίας, της Ελβετίας και της Ιταλίας, με υπερδιπλάσια τιμή, συγκριτικά με το κόστος αγοράς τους.

Για την επίτευξη του σκοπού τους, είχαν διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη λειτουργία φαρμακείου, μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν οι παράνομες εξαγωγές φαρμάκων και η έκδοση των σχετικών εικονικών τιμολογίων. Επιπλέον, είχαν εξασφαλίσει σταθερό πελατολόγιο, όπου διέθεταν προς πώληση τα παράνομα αποκτηθέντα φαρμακευτικά σκευάσματα.

Για να επεκτείνουν την παράνομη δραστηριότητα τους προχώρησαν στην στρατολόγηση στην οργάνωση, ιατρών και λοιπού προσωπικού νοσηλευτικών ιδρυμάτων, συμβεβλημένων με τον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που τους επέτρεπε τη συνταγογράφηση φαρμάκων υψηλού κόστους σε ασθενείς και την πρόσβαση σε φάρμακα που χορηγούνται σε σοβαρές παθήσεις, καθώς και υπαλλήλων εταιρείας ταχυμεταφορών που αναλάμβαναν την αποστολή – διακίνηση των φαρμάκων στο εξωτερικό.

Παράλληλα, προέβησαν στη σύσταση φαρμακευτικής εταιρείας στο εξωτερικό, η οποία φέρεται ως εκδότης πλήθους εικονικών τιμολογίων που αφορούσαν ανύπαρκτες πωλήσεις φαρμάκων υψηλού κόστους, προς το προαναφερόμενο φαρμακείο, ενώ πραγματοποιούσαν εικονικές συναλλαγές προμήθειας φαρμάκων με συγκεκριμένη φαρμακαποθήκη, την οποία επίσης διαχειρίζονταν μέλη της οργάνωσης.

Σημειώνεται ότι ένα από τα αρχηγικά μέλη, αναλάμβανε την μεταφορά ποσοτήτων από τα παράνομα φάρμακα στο εξωτερικό αεροπορικώς, τοποθετώντας αυτά σε ταξιδιωτικές αποσκευές, ενώ παράλληλα είχε συστήσει φαρμακαποθήκη με έδρα στη Γερμανία.