c1060-1

Έκθεση για τη ναυμαχία της Ναυπάκτου στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών

Η Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κ.Κατερίνα Σακελλαροπούλου εγκαινίασε την Έκθεση του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου «ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ 1571 – 450 Χρόνια από “τη μεγαλωτάτη βιτώρια των χριστιανών”», η οποία τελεί υπό την αιγίδα της.

Παρόντες στην τελετή εγκαινίων ήταν επίσης η Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού κ.Λίνα Μενδώνη, ο Δήμαρχος Ναυπακτίας κ.Βασίλης Γκίζας και ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Ναυπακτίας κ.Γιώργος Σιμάκης. Την Ελληνική Κυβέρνηση εκπροσώπησε ο βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας κ.Κώστας Καραγκούνης.

Ακολουθεί ο χαιρετισμός που απηύθυνε η κ.Σακελλαροπούλου:

«Με μεγάλη χαρά και ικανοποίηση εγκαινιάζω σήμερα την αφιερωμένη στη ναυμαχία της Ναυπάκτου έκθεση του Βυζαντινού Μουσείου. Τετρακόσια πενήντα χρόνια μετά την περιφανή νίκη των χριστιανικών δυνάμεων κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε μια ναυμαχία που αποτέλεσε σταθμό στη ναυτική τακτική και την ναυπηγική, η έκθεση αυτή ζωντανεύει ένα γεγονός που σφράγισε την ιστορία και τον πολιτισμό της Ευρώπης. Απέδειξε ότι οι Οθωμανοί δεν ήταν αήττητοι στη θάλασσα, όπως πιστευόταν ως τότε, και ανέστειλε την περαιτέρω επέκτασή τους προς Δυσμάς. Ανέδειξε την ελληνική ναυτοσύνη, αφού πολλά από τα πληρώματα περιλάμβαναν και Έλληνες ναυτικούς, και αποτέλεσε την αφετηρία της μεγάλης ανάπτυξης της ελληνικής ναυτιλίας. Αναπτέρωσε το ηθικό των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής δίνοντας το έναυσμα για μια σειρά επαναστατικών και συνωμοτικών ενεργειών εναντίον των Τούρκων οι οποίες, παρότι δεν τελεσφόρησαν, μαρτυρούν την ανάδυση της εθνικής συνείδησης στην περιοχή. Και ταυτόχρονα ενέπνευσε ζωγράφους, ποιητές και συγγραφείς.

Πίνακες αλληγορικούς, όπως του Τισιανού και του Βερονέζε, έργα μεγάλης δραματικής έντασης όπως οι αναπαραστάσεις της ναυμαχίας από τον Τιντορέτο και τον Βαζάρι. Επικά ποιήματα από τον «Βιργίλιο της Πορτογαλίας» Ιερώνυμο Κόρτε-Ρεάλ, από τον Καστιλιάνο Χουάν Ρούφο, από τον βασιλέα Ιάκωβο τον Έκτο της Σκωτίας. Συχνές υμνητικές αναφορές από τον Θερβάντες, ο οποίος συμμετείχε στη ναυμαχία ως στρατιώτης. Στον πρόλογο της συλλογής του Υποδειγματικές Νουβέλες και ενώ αυτοπαρουσιάζεται στους αναγνώστες, γράφει χαρακτηριστικά (σε τρίτο πρόσωπο): «Ονομάζεται Μιγκέλ δε Θερβάντες Σααβέδρα. Ήτανε στρατιώτης χρόνους πολλούς και πεντέμισι αιχμάλωτος. Στην αιχμαλωσία, μαθήτευσε στην εγκαρτέρηση. Στη ναυμαχία της Ναυπάκτου έχασε το αριστερό του χέρι όταν τονε σημάδεψαν με αρκεβούζιο. Κακιά πληγή που εκείνος καμαρώνει, γιατί λαβώθηκε στην πιο τρανή μάχη όλων των καιρών· πιστός στρατιώτης στο νικηφόρο λάβαρο του γιου της αστραπής, του Καρόλου Ε, δοξασμένο το όνομά του!». Εμπνευσμένος από τη συμμετοχή του Θερβάντες στη ναυμαχία, ο Τσέστερτον, μερικούς αιώνες αργότερα, θα συνδέσει το τέλος της «τρανής αυτής μάχης» με την έναρξη της συγγραφής του Δον Κιχώτη, κλείνοντας το εκτενές ποίημά του «Lepanto» με τους στίχους: «Στη γαλέρα του ο Θερβάντες βάζει το ξίφος στο θηκάρι/ ενώ ο Ιωάννης της Αυστρίας γυρίζει στην πατρίδα δοξασμένο παλικάρι/ και πέρα από την στέρφα γη βλέπει στην Ισπανία δρόμο σκονισμένο/ μάταια να τον διαβαίνει λιγνός κι ανόητος ιππότης, για πάντα πλανημένος/ χαμογελάει αυτός, μα όχι με τον τρόπο των Σουλτάνων/ και παρατάει τη λεπίδα για να πιάσει τη γραφίδα».

Αφιερωμένη σ’ αυτήν την θρυλική ναυμαχία, τη μεγαλωτάτη βιτώρια των Χριστιανών, η έκθεση του Βυζαντινού Μουσείου μας μεταφέρει σε μια μεγάλη στιγμή της πρώιμης νεωτερικής περιόδου. Το πλούσιο ιστοριογραφικό αρχειακό και εποπτικό υλικό, τα αρχαιολογικά τεκμήρια και τα έργα τέχνης ξαναζωντανεύουν ένα στρατιωτικό γεγονός που προσέλαβε διαστάσεις σταυροφορίας στη συνείδηση του κόσμου και, μολονότι δεν άλλαξε ουσιαστικά την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ οθωμανικής αυτοκρατορίας και των κρατών που απάρτιζαν την Ιερά Συμμαχία, χαιρετίστηκε σαν μια νίκη με μεγάλη συμβολική σημασία. Εγκαινιάζω την έκθεση, εκφράζοντας τις θερμές ευχαριστίες μου στους συντελεστές της και στην διευθύντρια κυρία Αικατερίνη Δελλαπόρτα που μας επιφύλαξαν μια έξοχη αφήγηση της πιο συναρπαστικής ναυτικής ιστορίας του 16ου αιώνα».


«Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες ναυμαχίες όλων των εποχών» ανέφερε κατά το χαιρετισμό της η Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού κ.Λίνα Μενδώνη στην τελετή εγκαινίων της Έκθεσης «ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ 1571 – 450 Χρόνια από “τη μεγαλωτάτη βιτώρια των χριστιανών”» στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Η Έκθεση τελεί υπό την Αιγίδα της Προεδρίας της Δημοκρατίας.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του χαιρετισμού της Υπουργού:

«Εξοχωτάτη κυρία Πρόεδρε της Ελληνικής Δημοκρατίας,

Με ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση Σας υποδεχόμαστε απόψε στους σύγχρονους και φιλόξενους χώρους του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας, ενός από τα πλέον εμβληματικά, δραστήρια και εξωστρεφή μουσεία της Χώρας, με αφορμή τα εγκαίνια της νέας περιοδικής έκθεσης του Μουσείου με τίτλο «ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ 1571 – 450 Χρόνια από «τη μεγαλωτάτη βιτώρια των χριστιανών», που τελεί υπό την αιγίδα της Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η Έκθεση εντάσσεται οργανικά στο ευρύτερο πρόγραμμα του Μουσείου που αφιερώνονται στη συμπλήρωση των 200 ετών από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, το οποίο φέρει τον τίτλο «Από την Άλωση στην Παλιγγενεσία 1453-1821». Στόχος του προγράμματος αυτού είναι να διερευνηθεί σε βάθος και να αναδειχθεί το εθνικό, θρησκευτικό, ιδεολογικό, κοινωνικό και ευρύτερο πολιτισμικό και ιστορικό υπόβαθρο της Ελληνικής Επανάστασης. Ένα υπόβαθρο που καταδεικνύει ότι ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 δεν υπήρξε ένα αυθόρμητο ξέσπασμα πατριωτισμού ή ένα τυχαίο ιστορικό γεγονός, αλλά το επιστέγασμα των πόθων και των άθλων του Ελληνισμού για την επίτευξη ανεξάρτητης εθνικής υπόστασης. Ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας ζυμώσεων και προετοιμασίας σε πολλά τα επίπεδα, που ξεκίνησε λίγο μετά την Άλωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Οθωμανούς, το 1453 για να κορυφωθεί στις αρχές του 19ου αιώνα.

Ένα από τα πλέον σημαντικά γεγονότα, που σημάδεψαν τη μακρά αυτή πορεία προς την παλιγγενεσία κα μαρτυρούν το ισχυρό φρόνημα και την αγωνιστική διάθεση των Ελλήνων ενάντια στην κυριαρχία των αλλόθρησκων Οθωμανών, ήδη από τον 16ο αιώνα, αποτελεί η Ναυμαχία της Ναυπάκτου ή του Λεπάντο, όπως έμεινε γνωστή στη Δύση. Η ναυμαχία αυτή, η οποία διεξήχθη το 1571 στην είσοδο του Πατραϊκού Κόλπου –που τότε ονομαζόταν από τους Ενετούς «Κόλπος της Ναυπάκτου»– ανάμεσα, αφ΄ενός στον ενωμένο χριστιανικό στόλο του «Ιερού Αντιτουρκικού Συνασπισμού» της Ισπανίας, της Βενετίας, της Γένουας, των Ιπποτών της Μάλτας, των δουκάτων Σαβοΐας, Ουρμπίνο και Τοσκάνης και του Παπικού Κράτους, και αφετέρου στον ενιαίο στόλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες ναυμαχίες όλων εποχών, «η πιο μεγαλόπρεπη στιγμή που γνώρισαν οι περασμένοι ή τούτοι οι σημερινοί καιροί, ή που θα δούνε οι μελλούμενοι» σύμφωνα με τον Μιγκέλ ντε Θερβάντες, που πολέμησε στη μάχη με τίμημα τον βαρύ τραυματισμό του.

Αφυπνισμένα από την πρόσφατη άλωση της Κύπρου, τα χριστιανικά κράτη παραμέρισαν για λίγο τις διαφορές τους, συγκρότησαν ισχυρή ναυτική δύναμη και πέτυχαν την ολοκληρωτική καταστροφή του Οθωμανικού στόλου, αναχαιτίζοντας την επεκτατική ορμή των Οθωμανών προς τη δυτική Μεσόγειο. Πολλά από τα πλοία πρώτης γραμμής του στόλου εξοπλίστηκαν από πλούσιους Έλληνες της Κρήτης και των νησιών του Ιονίου, ενώ Έλληνες νησιώτες εθελοντές συνέθεταν και το ήμισυ σχεδόν όλων των πληρωμάτων. Άλλοι τόσοι Έλληνες, ωστόσο, βρίσκονταν και στην αντίπαλη πλευρά, αναγκαστικά στρατολογημένοι στον οθωμανικό στόλο, με αποτέλεσμα το ελληνικό στοιχείο να πληρώσει τελικά έναν ιδιαίτερα βαρύ φόρο αίματος.

Η μεγάλη νίκη των συμμάχων χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό στην Ευρώπη και απαθανατίστηκε από μεγάλους ζωγράφους της εποχής. Όμως, η έκβασή της ήταν εξαιρετικά σημαντική, καθώς αναπτέρωσε το ηθικό και τις ελπίδες των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής, που πίστεψαν ότι με τη βοήθεια της χριστιανικής Δύσης θα μπορούσαν να αποτινάξουν τον οθωμανικό ζυγό. Πολλοί Έλληνες έσπευσαν τότε να επαναστατήσουν. Δυστυχώς γρήγορα διαψεύστηκαν. Ο ενθουσιασμός τους, ωστόσο, ήταν απόλυτα ενδεικτικός της ζωτικότητας του φρονήματος και της αυτοσυνειδησίας τους. Παρά την ταχεία κατάσβεση της πρώιμης επαναστατικής τους ορμής, κατόρθωσαν να αξιοποιήσουν τις νέες ιστορικές συνθήκες και τις ευκαιρίες που διαμορφώθηκαν στη Μεσόγειο και στη Μαύρη Θάλασσα, προκειμένου να αναπτύξουν ξανά τη μεγάλη ναυτοσύνη του Γένους, που αργότερα έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στον ώριμο απελευθερωτικό αγώνα. Η μέγιστη συμβολή της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου, ωστόσο, όπως και πάλι διέγνωσε με τη διορατικότητά του ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες, έγκειτο στο γεγονός ότι «την ημέρα εκείνη διαλύθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο η μέχρι τότε υφιστάμενη πεποίθηση ότι οι Τούρκοι ήταν στη θάλασσα αήττητοι». Και αυτή ήταν μια μεγάλη παρακαταθήκη για το μέλλον.

Όλο αυτό το ιστορικό πλαίσιο αναδύεται και αναδεικνύεται με ιδιαίτερα αφηγηματικό και διδακτικό τρόπο μέσα από την Έκθεση «ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ 1571 – 450 Χρόνια από “τη μεγαλωτάτη βιτώρια των χριστιανών”», που αξιοποιεί σπουδαία ιστορικά αντικείμενα, τεκμήρια και έργα τέχνης, προερχόμενα από πληθώρα μουσείων και συλλογών της Ελλάδας, δημόσιων και ιδιωτικών, καθώς και πλούσιο ιστοριογραφικό αρχειακό και εποπτικό υλικό από μουσεία και βιβλιοθήκες της Ευρώπης. Για το εξαιρετικά σημαντικό αυτό εγχείρημα και το άρτιο επιστημονικά και αισθητικά αποτέλεσμα, οφείλονται θερμότατες ευχαριστίες σε όλους όσους συνέδραμαν καθοριστικά παραχωρώντας σπάνια εκθέματα από τις πολύτιμες συλλογές τους. Ευχαριστίες και εύσημα σε όλους τους συντελεστές, τα στελέχη και την Διευθύντρια του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Δρ Κατερίνα Δελλαπόρτα, χωρίς την αφοσίωση της οποίας, η «μεγαλωτάτη βιτώρια των χριστιανών», δεν θα μπορούσε να μετουσιωθεί υποδειγματικά στην έκθεση, που σήμερα εγκαινιάζετε, κ. Πρόεδρε».

Η έκθεση «ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ 1571 – 450 Χρόνια από “τη μεγαλωτάτη βιτώρια των χριστιανών”» εντάσσεται στο αφιερωματικό πρόγραμμα του Βυζαντινού & Χριστιανικού Μουσείου για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση: «Από την Άλωση στην Παλιγγενεσία 1453-1821».

Το κατά κύριο λόγο ιστορικό περιεχόμενο της εκθέσεως βασίζεται σε ευρωπαϊκό ιστοριογραφικό αρχειακό υλικό και πλαισιώνεται από σπουδαία αρχαιολογικά τεκμήρια και έργα τέχνης προερχόμενα από την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, την Εφ.Α. Κερκύρας, την Εφ.Α. Κυκλάδων, την Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, το Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων, τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζακύνθου, το Πολεμικό Μουσείο, το Ναυτικό Μουσείο, το Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης, τη Βρετανική Σχολή Αθηνών, το Ίδρυμα Ι. Κωστόπουλου, την Καθολική Αρχιεπισκοπή Επισκοπή Καθολικών Νάξου – Τήνου – Άνδρου & Μυκόνου, το Ιστορικό Εθνολογικό Μουσείο και τις ιδιωτικές συλλογές των Θανάση Μαρτίνου, Μιχαήλ Σκούλλου και Σπύρου Γαούτση. Εποπτικό υλικό προέρχεται επίσης από τα Αρχεία Σιμάνκας της Ισπανίας, το Ναυτικό Μουσείο Βαρκελώνης, το Εσκοριάλ, τη Βασιλική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας κλπ.»