christian2

Ποιμαντορικές εγκύκλιοι των Χριστουγέννων

ΚΟΣΜΑΣ

Ο ΧΑΡΙΤΙ ΘΕΟΥ

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ & ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

 

Προς τον ιερόν κλήρον, τις μοναστικές αδελφότητες και τον ευσεβή λαό της καθ’ ημάς θεοσώστου Ιεράς Μητροπόλεως.

Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί,

«Χριστός γεννάται δοξάσατε…»[1].

Όπως ο έναστρος ουρανός την νύκτα προσελκύει και συγκεντρώνει τα βλέμματα των ανθρώπων, έτσι και ο Σαρκωθείς Θεός μας, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, απείρως περισσότερο ελκύει τα βλέμματα όλου του κόσμου από της δημιουργίας μέχρι σήμερα. Ελκύει το ενδιαφέρον των ανθρώπων, την αγάπη η το μίσος τους, την ομολογία ή την άρνησί τους.

Ο πρώτος τον οποίον αντίκρυσε με τα μάτια του ο άνθρωπος, ο πρώτος τον οποίον σκέφθηκε με το λογικό του και λάτρευσε με βαθειά ευγνωμοσύνη, ήταν ο Πλάστης του, ο πανάγαθος Θεός. Πανευτυχής ζούσε στον επίγειο παράδεισο της Εδέμ ατενίζοντας και υπακούοντας τον Πλάστη του.

Αυτή όμως η ευτυχία χάθηκε. Γιατί; Διότι ο άνθρωπος έχασε τον Πλάστη του, τον Θεό του, αφού ο ίδιος έπαυσε να προσβλέπη και να στηρίζεται στην παντοδυναμία και την αγάπη Του. Με την παρακοή και την πτώσι έμεινε στον άνθρωπο η ανάμνησι της ευτυχίας, αλλά και η νοσταλγία της λυτρώσεως. Με την παρακοή και την πτώσι ο άνθρωπος δεν βρήκε την θέωσι και την ευτυχία, αλλά την θόλωσι, την σύγχυσι και την αθλιότητα. Έφθασε σε φοβερά δεινά και κτηνώδεις παραβάσεις. «Άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς»[2], τονίζει το ιερό Ψαλτήριον.

Έτσι οι άνθρωποι προ Χριστού, χωρίς φως και βοήθεια, υπέφεραν, στέναζαν, πονούσαν, έκλαιγαν, ζητούσαν και ποθούσαν την λύτρωσι.

Όποιος μελετάει τα βιβλία των αρχαίων λαών ανατολής και δύσεως, διαπιστώνει ότι από τα πλήθη των ανθρώπων εξερχόνταν κραυγή οδύνης, αλλά και κραυγή νοσταλγίας και ελπίδος. Καταπλήσσεται μάλιστα κανείς όταν μελετά χρησμούς και παραδόσεις των τότε λαών. Ζητούσαν όλοι λυτρωτή και τόνιζαν ότι ο λυτρωτής θα έλθη για να συντρίψει τον «φοβερό όφι» και να ελευθερώση την ανθρωπότητα. Μπορεί οι ειδωλολάτρες να μιλούσαν θολά και αόριστα, όμως όλοι μιλούσαν με προσμονή και λαχτάρα για την έλευσι του ελευθερωτού. Είναι θαυμαστό το ότι οι εξ ανατολών περίμεναν τον λυτρωτή εκ δυσμών, οι δε εκ δυσμών τον περίμεναν από ανατολών. Φανερό ότι συνέκλιναν στην Μέση Ανατολή, στην Βηθλεέμ.

Οι προφήτες μίλησαν πιο καθαρά, συγκεκριμένα και με λεπτομέρειες, για τον ερχόμενο Μεσσία. Παρότι ζούσαν ανάμεσα σε κόσμο καθήμενο «εν σκότει και σκια θανάτου»[3]επειδή ήταν θεοσεβείς, θεόληπτοι «υπό πνεύματος Θεού φερόμενοι»[4] προσέβλεπαν στον ερχόμενο Σωτήρα προφήτευσαν, προανήγγειλαν και προδιέγραψαν το μέγα της ευσεβείας μυστήριον.

«Ιδού η παρθένος εν γαστρί λήψεται και τέξεται υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ»[5]. «Παιδίον εγεννήθη ημίν υιός και εδόθη ημίν… θαυμαστός σύμβουλος, θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης…»[6] προφητεύει ο προφήτης Ησαΐας, οκτακόσια χρόνια προ Χριστού.

Και ο προφήτης Βαρούχ, λέει: «ούτος ο Θεός ημών, ου λογισθήσεται έτερος προς αυτόν, μετά τούτο επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη»[7].

Ο προφήτης Μιχαίας, επτακόσια πενήντα χρόνια πριν από τη γέννησι του Χριστού ως ανθρώπου, προφητεύει ακριβώς την Βηθλεέμ ως τόπο της γεννήσεώς Του: «και συ Βηθλέεμ γη Ιούδα ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν Ιούδα… εκ σου εξελεύσεται ηγούμενος όστις ποιμανεί τον λαόν μου»[8].

Σε όλη την προ Χριστού εποχή, όλων τα βλέμματα, έστω και με διαφορετικό τρόπο, προσέβλεπαν στον ερχόμενο Λυτρωτή. Όλοι ζούσαν με την προσδοκία, με την νοσταλγία του ερχομού Του.

Η νοσταλγία και η προσδοκία έγιναν πραγματικότητα. «Ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου εξαπέστειλε ο Θεός τον υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός»[9].

Οι άνθρωποι της Καινής Διαθήκης δεν τον προσμένουν δεν τον προφητεύουν, τον έχουν ήδη ανάμεσά τους τον Λυτρωτή.

Πως όμως τον δέχθηκαν; Ο προφήτης Συμεών ο Θεοδόχος είπε στην Παναγία μας κατά την Υπαπαντή του Κυρίου: «ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών… και εις σημείον αντιλεγόμενον»[10]. Ο Θεάνθρωπος Χριστός έγινε η πτώσι των απίστων, των μη πεπιστευκότων σ’ Αυτόν, έγινε και η ανάστασι, η ζωή, η λύτρωσι, η ευτυχία, η χαρά, η σωτηρία για όσους προσέβλεψαν και υπήκουσαν στο ιερό Ευαγγέλιο.

Το αποδεικνύει η δισχιλιετής εσταυρωμένη ζωή της ορθοδόξου Εκκλησίας. Να αναφέρουμε τους αγίους Αποστόλους; Ήταν οι πρώτοι και άμεσοι μαθητές του Κυρίου. Σ’ αυτούς ανέθεσε ο Χριστός μετά την Ανάστασί Του, να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, το Μήνυμα της Αναστάσεως. Οι άσημοι και αγράμματοι έγιναν οι Απόστολοι, οι οικουμενικοί διδάσκαλοι και οι αναμορφωτές της οικουμένης. Μπορεί κανείς να το αμφισβητήση; «Επόθησαν τον Χριστό και σκύβαλα ηγήσαντο πάντα ίνα Αυτόν κερδήσωσι»[11]. Και ο Κύριος δια των Αποστόλων «παρέσχε τω κόσμω φως, ιάματα, ειρήνη, ζωή, χαρά»[12].

Να μιλήση κανείς για τους αγίους και θεοφόρους πατέρες, για τους μάρτυρες, τους οσίους και τους νεομάρτυρες; Αλήθεια μπορεί κανείς να αναφέρη, να υποδείξη πιο λαμπρούς, φωτισμένους, καλλιεργημένους, χρήσιμους, ειρηνικούς, πιο χαρούμενους και ευτυχισμένους ανθρώπους στη γη από τους αγίους μας, του Χριστού τους αγίους;

Ανέδειξε κανείς, αγαπητοί, αγίους όπως ανέδειξε ο σαρκωθείς Θεός μας; Δεν αναδεικνύει ο νηπιάσας Κύριος μόνο αγίους, αλλά και κατά χάριν Θεούς. Αυτός «ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (έγινε άνθρωπος για να γίνουμε εμείς Θεοί) λέει ο Μέγας Αθανάσιος. Γι’ αυτό και ο ιερός Χρυσόστομος πανηγυρίζει λέγοντας: «Θεός επί γης ώφθη (φανερώθηκε). Χαίρομεν τοίνυν και αγαλλιώμεθα». Και συμπληρώνει ο μέγας Θεολόγος Γρηγόριος: «Χριστός γεννάται, δοξάσατε. Χριστός επί γης, υψώθητε. Ευφραινέσθωσαν οι ουρανοί, αγαλλιάσθω η γη».

Σήμερα, αλλά και πάντοτε, μπορούν να συγκριθούν οι άνθρωποι που ζουν με υπακοή στο ιερό Ευαγγέλιο και τη συνειδητή ζωής της Εκκλησίας μας με τους χωρίς Χριστό και θεία Χάρι ανθρώπους; Θα ήταν άσχημη η κοινωνία μας αν την κατοικούσαν όλο άγιοι άνθρωποι; Δεν θα δημιουργούνταν τα σημερινά προβλήματα της συγχύσεως, της ακαταστασίας, της υποκρισίας, της καταδυναστεύσεως, της τρομοκρατίας, της ανισότητος, της πείνας, της αθλιότητος, αν όλοι οι άνθρωποι προσέβλεπαν στον Σωτήρα της Βηθλεέμ και ζούσαν ειλικρινά το Ευαγγέλιο.

Σήμερα, στον καιρό της Καινής Διαθήκης, έχουμε και εκείνους τους ανθρώπους, που εγωπαθείς, σκληροί, ανάλγητοι, έξυπνοι, τάχα μόνο για το εγώ τους, αποστράφηκαν τον γεννηθέντα Κύριο, τον μίσησαν, τον πολέμησαν, τον εδίωξαν και τον διώκουν, μαζί με όλους τους γνησίους ακολούθους Του χριστιανούς. Όλοι αυτοί, ποιές αρετές μας παρουσίασαν και μας παρουσιάζουν; Ποιά ωφέλεια και προσφορά θυσίας, ανιδιοτελή, έδωσαν στον λαό του Θεού; Πόσο εστήριξαν και στηρίζουν συνειδητά την ορθοδοξία, την πατρίδα, την αληθινή οικογένεια, τις αιώνιες και αληθινές αξίες, τα ιδανικά; Πόσο τα προσέφεραν όλα αυτά με αγάπη στη δοκιμαζόμενη νεότητα;

Αυτοί που πήραν τα βλέμματά τους από τον Χριστό, που Τον πολέμησαν και Τον πολεμούν, αφανίσθηκαν, χάθηκαν, λησμονήθηκαν όπως ο Ηρώδης, ο Νέρων, ο Διοκλητιανός, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, αλλά και τόσοι άλλοι πολλοί νεώτεροι.

«Χριστός γεννάται δοξάσατε»!

Για μία φορά ακόμη σήμερα, αγαπητοί, τα Χριστούγεννα μας διακηρύσσουν ότι ο Υιός και Λόγος του Πατρός, ο Ένας της Αγίας Τριάδος, φόρεσε τη σάρκα μας, έφερε το Φως μέσα στον κόσμο, καθάρισε τον κόσμο από την κτηνωδία της προ Χριστού εποχής, αλλά καθάρισε και καθαρίζει την ακαταστασία της καρδιάς μας όταν εμείς προσβλέπουμε με πίστι στην θεότητά Του, στη θεία Του Χάρι.

Ναι, σήμερα, που οι εχθροί του Χριστού μας θέλουν να φέρουν την αθλιότητα της χωρίς Χριστό εποχής, εμείς μην πάρουμε το βλέμμα της καρδιάς μας, την πίστι μας, την αγάπη μας, την υποταγή μας από τον Χριστό και Θεό μας· για να μεταμορφωθούμε και να ζήσουμε εις τον αιώνα. Αμήν.

Με την αγάπη του ταπεινού μας Χριστού,

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΚΟΣΜΑΣ


 

ierotheos5-1

Ναύπακτος, Χριστούγεννα 2020

 

Ποι­μα­ντορι­κη Ε­γκυ­κλιος

Ι­ε­ρο­θε­ος

ε­λε­ω Θε­ου Ε­πι­σκο­πος και Μη­τρο­πο­λι­της

της Θε­ο­σω­στου Ι­ε­ρας Μη­τρο­πο­λε­ως Ναυ­πα­κτου και Α­γι­ου Βλα­σι­ου

Προς τους Κλη­ρι­κούς, μοναχούς και λα­ι­κούς

της καθ᾿ η­μας Ι­ε­ρας Μη­τρο­πο­λε­ως

 

Αγαπητοί αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Εορτή των Χριστουγέννων η σημερινή εορτή, πανή­γυ­ρη λαμπρά, από πλευράς θεολογίας της Εκκλησίας μας, όπως διασώζεται στις ομιλίες των αγίων Πατέρων και στους ύμνους των αγίων υμνογράφων. Τι και αν όλα τα εξωτερικά είναι θλιβερά; Εμείς πανηγυρίζουμε «τα της Θεοφανείας» και τα της δικής μας ανακλήσεως και επανόδου στον Θεό. Εάν η ανθρωπότητα ολόκληρη τρέμη μπροστά στον θάνατο από την πανδημία του ιού, εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πανη­γυ­ρίζουμε βλέποντας την ενανθρώπηση του Υιού και Λο­γου του Θεού και τις συνέπειες που έχει για τον άνθρωπο.

Επειδή η σημερινή εορτή των Χριστουγέννων είναι διαποτισμένη από την ορθόδοξη θεολογία, γι’ αυτό, συντονι­ζο­μενος με την ιερά υμνογραφία της εορτής, θα σας προ­σφέρω έναν λόγο πνευματικής ιάσεως από τον μεγάλο θεολόγο της Εκκλησίας μας, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος σε ομιλία του στα «Γενέθλια του Σωτήρος» παρουσιάζει όλο το θεολογικό νόημα της εορτής της Γεννήσεως του Χριστού. Από τον λόγο αυτόν θα αποσπάσω μερικά χωρία, τα οποία θα σας τα παρουσιάσω ως ένα εόρτιο πανηγυρικό και θεολογικό «γεύμα», για να αναθαρρήση η ψυχή μας, από τις θλίψεις όλων αυτών των ημερών.

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, η Εύα στον Παράδεισο «της εντολής επελάθετο της δοθείσης και ηττή­θη της μικράς γεύσεως», δηλαδή ξέχασε την εντολή του Θεού να μη φάγουν από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού και νικήθηκε από την μικρή γεύση. Έτσι εξορίσθηκε από τον Παράδεισο «και τους δερματίνους αμ­φιέννυται χιτώνας», «ίσως την παχυτέραν σάρκαν και θνη­την και αντίτυπον», δηλαδή ενδύθηκε τους δερμάτινους χιτώνες, που είναι η πιο βαρειά σάρκα, η φθαρτή και αντί­θετη, και ομολογεί: «φεύ της εμής ασθενείας». Αδυνάτησε, ασθένησε η ανθρώπινη φύση και μέσα σε αυ­την εισέρρευσε ο θάνατος ως μέγα θηρίον, για να κατατρώγη τα πάντα.

Αφού ο άνθρωπος από τα πολλά αμαρτή­ματα παιδεύτηκε με τον νόμο, τους Προφήτες, τις ευεργεσίες, τις απειλές, τις τιμωρίες, τις πλημμύρες, τις πυρκαιές, τους πολέμους, τις νίκες, τις ήττες, τα σημεία από τον ουρανό, από τον αέρα, την γη, την θάλασσα, με τις ανέλπιστες μεταβολές αν­θρώπων, πόλεων και λαών, τα οποία αποσκοπούσαν στο να εξαφανισθή η κακία, τελικά «ισχυροτέρου δείται φαρμά­κου επί δεινο­τέροις τοις αρρωστήμασιν», δηλαδή ο άνθρω­πος είχε ανάγκη από κάποιο ισχυρότατο φάρμακο για να θεραπευθή. Και ένα τέτοιο ισχυρότατο φάρμακο, γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ήταν απαραίτητο για τις φοβερότερες ασθένειες, δηλαδή τις αδελφοκτονίες, τις μοι­χείες, τις επιορκίες, τις ανώμαλες επιθυμίες, και το χειρό­τερο και μεγαλύτερο από όλα τα κακά, την ειδωλολατρεία και την μετατόπιση της προσκυνήσεως από τον Δημιουργό στα δημιουργήματα.

Αυτό το ισχυρότατο φάρμακο για τις μεγάλες ασθέ­νειες είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, η πρωταρχική μας εικόνα. Γι’ αυτό ο Υιός και Λόγος του Πατρός «επί την ιδίαν εικόνα χωρεί», δηλαδή εισέρχεται στην δική του ει­κόνα, τον άνθρωπο, ενδύεται σάρκα προς χάρη της σαρκός και με ψυχή πνευματική προς χάρη της ψυχής μας, καθαρίζοντας έτσι το όμοιο με το όμοιό του, και γίνεται τέλειος άνθρωπος, όμοιος με εμάς, χωρίς την αμαρτία.

Έτσι, ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του γίνεται ιατρός για την πεπτωκυία φύση μας, και συγχρόνως γίνεται πνευματικό φάρμακο και πνευματικό εμβόλιο. Προσέλαβε την φύση μας για να την θεραπεύση, εισέρχεται μέσα μας για να μας αναπλάση, να δώση υγεία στην άρρωστη θνητή φύση μας, από πλευράς πνευματικής.

Ο Χριστός, ως ιατρός, όπως γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «συγκύπτει επί τα πάθη, και δυσωδίας ανέχεται, ίνα δω την υγιείαν τοις κάμνουσι», δηλαδή σκύβει με κατανόηση επάνω στις πληγές μας και ανέχεται την δυσωδία, για να δώση την υγεία σε εκείνους που ασθενούν. Και συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος για να πη ότι ο Χριστός σκύβει επάνω στον βόθρο για να βγάλη το ζώο που έχει πέσει μέσα σε αυτόν.

Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της εορτής των Χρι­στου­γέννων. Εορτάζουμε την πνευματική μας αναγέν­νηση, την πνευματική μας ανάπλαση. Γι’ αυτό συνιστά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Εορτάσωμεν, μη πανηγυρι­κως, αλλά θεικώς· μη κοσμικώς, αλλ’ υπερκοσμίως· μη τα ημέτερα, αλλά τα του ημετέρου, μάλλον δε τα του Δεσπό­του! μη τα της ασθενείας, αλλά τα της ιατρείας· μη τα της πλάσεως, αλλά τα της αναπλάσεως». Δηλαδή να εορτάσουμε όχι με δημόσιες πανηγύρεις, αλλά με τρόπο θεικό, όχι με τρόπο κοσμικό, αλλά με υπερκόσμιο, όχι τα δικά μας, αλλά του δικού μας, του Δεσπότου μας, όχι τα σχετικά με την ασθένεια, αλλά τα σχετικά με την θεραπεία, όχι τα της δημιουργίας μας, αλλά τα της αναδημιουργίας μας.

Αγαπητοί αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Ο διάβολος στον Παράδεισο πέταξε τον δικό του δη­λη­τη­­ριώ­δη ιο μέσα στην ψυχή μας και αυτός ο ιός από τότε κατατρώγει την ψυχή και το σώμα μας. Όμως, δεν υπήρχαν αποτε­λε­­σμα­τικά και κατάλληλα πνευματικά φάρμακα και πνευ­ματικά εμβόλια για να αντιμετωπίσουν το κατα­στρε­πτικό του έργο. Παντού επικρατούσαν οι συνέπειες της ασθένειας αυτής, που είναι οι αμαρτίες, τα πάθη, ο θάνατος. Βασανι­ζόταν ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.

Όταν έφθασε το πλήρωμα του χρόνου, ήλθε ο πραγματικός Ιατρός, ο Χριστός, που είναι το ισχυρότατο φάρμακο και το ισχυρό­τατο πνευματικό εμβόλιο, το οποίο λαμβάνουμε με τα Μυστήρια, ιδιαιτέρως το λαμβάνουμε κατά δόσεις με το Μυστήριο της θείας Μεταλήψεως του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, για να νικήσουμε τον θάνατο, τον πνευ­ματικό και σωματικό.

Η Εκκλησία είναι το Πνευματικό Νοσοκομείο, όπου δρα Αυτός ο μεγάλος Ιατρός, ο Χριστός, μέσα στο οποίο υπάρχουν οι πνευματικοί ιατροί, τα πνευματικά φάρμακα και τα πνευματικά εμβόλια για να νικήσουμε τον μεγα­λύτερο εχθρό μας που είναι ο πνευματικός θάνατος. Είναι δε πολύ επικίνδυνο να χωρίζη κανείς την Εκκλησία ως θεραπευτήριο και ως κοινωνία θεώσεως, από τον ιερό θεσμό της. Όπως είναι δύσκολο και επικίνδυνο να χωρίζη κανείς ένα Νοσοκομείο, που ασχολείται με την θεραπεία των σωματικών ασθενειών, από την διοικητική του λει­τουρ­γία. Μπορεί σε ένα Νοσοκομείο τα διοικητικά του όργανα να κάνουν κάποιο λάθος, ακόμη και κάποιος ιατρός να μη θεραπεύη σωστά, αλλά δεν καταργούμε το Νοσοκομείο, ούτε απομακρυνόμαστε από αυτό, ούτε αναζητάμε θεραπεία εκτός του Νοσοκομείου.

Την περίοδο αυτήν που διερχόμαστε τους περισ­σότερους ανθρώπους έχει καταλάβει θλίψη, απελπι­σία, από­γνωση από την μεγάλη υγειονομική κρίση, και όλοι ανα­μένουν κάποιο νέο φάρμακο και κάποιο νέο εμβόλιο κατά του νέου ιού, και ευχόμαστε στον Θεό και γι’ αυτό. Αλλά πρέπει να γνωρίζουμε ότι υπάρχει και ένας χειρότερος ιός, που είναι η αμαρτία, η οποία θεραπεύεται από τον Υιό και Λόγο του Θεού, που ενηνθρώπησε για να γίνη για μας φάρμακο και εμβόλιο, τα οποία χορηγούνται μέσα στην Εκκλησία, για να νικήσουμε και εμείς εν Χριστώ τον διάβολο, την αμαρτία και τον θάνατο.

Αυτά εορτάζουμε αυτές τις ημέρες και πρέπει να πανηγυρίζουμε θεικώς. Και να μη στενοχωρούμαστε για «τα της ασθενείας», αλλά να χαιρόμαστε για «τα της ιατρείας» εν Χριστώ Ιησού, του Οποίου το άπειρο έλεος να είναι μαζί σας.

Με πατρικές ευχές

Ο Μητροπολίτης

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ