Το Μεσολόγγι φτωχότερο δίχως τον Γιώργο Κοκοσούλα

Φτωχότερη από απόψε είναι η ούτως ή άλλως φτωχή πνευματικά πόλη μας, μετά την αναχώρηση για «τόπους χλοερούς» του Γιώργου Ι. Κοκοσούλα, μιας χαρακτηριστικής μορφής, με απίστευτες δράσεις και αξιοθαύμαστες αντοχές, παρά τα 93 του χρόνια.

Τρομερά ευαίσθητος, ως μοναχικός άνθρωπος, με οξυδέρκεια πνεύματος, συνέπεια της ακατάπαυστης ενασχόλησής του με κάθε μορφής Τέχνη, μονίμως ερωτευμένος με τα όμορφα πράγματα.

Δεν θα παραθέσω βιογραφικά του στοιχεία κι ούτε θα προσπαθήσω να πλέξω το εγκώμιό του. Αισθάνομαι μόνο την ανάγκη να μιλήσω από καρδιάς για τον απλό άνθρωπο που εγώ γνώρισα και λάτρεψα, τον γείτονά μου για αρκετά χρόνια.

Πάντα τον θαύμαζα για την αστείρευτη όρεξη που είχε να κάνει καινούρια πράγματα.

Στην αρχή νόμιζα πως ήταν φωτογράφος, αφού η πρώτη μου επαφή μαζί του έγινε με το περίφημο φωτογραφικό του λεύκωμα «Μεσολόγγι, 1830-1990», το οποίο εμπεριείχε μια σειρά από σπάνιες φωτογραφίες της ιστορικής μας πόλης, λεύκωμα που ακόμα και σήμερα πολλοί χρησιμοποιούν ως βάση για αναζητήσεις του παρελθόντος.

Συχνά-πυκνά αρθρογραφούσε στον τοπικό τύπο για θέματα πολιτισμού, για καθημερινά θέματα της πόλης μας, βλέποντάς τα και εξετάζοντάς τα υπό ένα δικό του πρίσμα, ένα ξεχωριστό τρόπο σκέψης, που σε άφηνε άφωνο.

Αυτό όμως που έκανε τα τελευταία χρόνια υπερβαίνει κάθε φαντασία και δεν ξέρω να υπάρχει άλλο αντίστοιχο παράδειγμα ανθρώπου στην ηλικία του. Πρέπει να πάνε 10 χρόνια πριν, που άρχισε να μαθαίνει να γράφει σε …υπολογιστή. Κι όχι μόνον αυτό. Έκατσε και έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο, το οποίο τελικώς εξέδωσε, με μνήμες από παρελθόντες χρόνους, με προσωπικές στιγμές από τα πολλά ταξείδια που του άρεσε να κάνει, με ποιητές, με φιγούρες της πόλης μας που είχαν φύγει απ’ την ζωή κ.ά. Έμαθε να χειρίζεται ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, να «τραβάει» τις εικόνες και να τις αποθηκεύει στο laptop του, να τις βάζει μέσα σε κείμενα, σε άρθρα…

Αισθάνομαι μεγάλη χαρά που ήμουνα ο άνθρωπος που του έμαθε αρκετές λειτουργίες του υπολογιστή, πώς να αποθηκεύει τα κείμενά του, πώς να φτιάχνει φακέλους και άλλες λειτουργίες. Θα θυμάμαι πάντα την αγωνία του, όταν πατούσε προφανώς κάποιο λάθος κουμπί, έχανε τα αρχεία του και με έπαιρνε τηλέφωνο να του τα ξαναβρώ. Όταν το έκανα, έλεγε, πιθανώς απογοητευμένος αλλά ίσως και για να γελάσουμε και να τον πειράξω, ότι αυτό ήταν το τελευταίο κείμενο που έγραφε και πως δεν θα ξανάγραφε κάτι, μέχρι …το επόμενο κείμενο και το επόμενο τηλέφωνο για τον ίδιο λόγο. Μάλιστα, ο αδελφός του ο Κίμων, θεωρώντας ότι με ενοχλεί που με καλεί συνέχεια, του έλεγε «τι τα θέλεις αυτά, αφού δεν τα καταλαβαίνεις και φέρνεις συνέχεια τον άνθρωπο εδώ να σου τα διορθώνει;».

Ουδέποτε ενοχλήθηκα! Μου άρεσε αυτό το παιχνίδι και πάντα έτρεχα με μεγάλη χαρά και διάθεση και να τον πειράξω αλλά και ν’ ακούσω από τα χείλη του τα δικά του πειράγματα. Μου ζητούσε να του βρω στο διαδίκτυο κάτι ξεχασμένα τραγούδια από τις δικές του νεανικές αναμνήσεις, να του κατεβάσω ταινίες, να του βρω πληροφορίες για διάφορα θέματα. Αυτό ήταν το παιχνίδι μας, ένα παιχνίδι με έναν όμορφο και σπάνιο άνθρωπο, ώσπου μια μέρα μου ανακοίνωσε πως κάποιοι μπήκαν στο σπίτι του και του τα έκλεψαν όλα, υπολογιστές, φωτογραφικές μηχανές, τα πάντα. Το πήρε πολύ επί πόνου και από τότε δεν ξανασχολήθηκε με τίποτα, παρά τις παραινέσεις μου να αγοράσει νέο υπολογιστή. Έκτοτε μου ζητούσε από καιρού εις καιρόν να του γράψω κάνα τραγούδι, να του κατεβάσω καμμιά πληροφορία…

Η μεγάλη μου λύπη είναι πως δεν πρόλαβα να του δώσω τις τελευταίες πληροφορίες που μου ζήτησε προ ημερών και που παραμένουν ακόμα, από δική μου αναβλητικότητα, πάνω στο γραφείο μου.

Μέχρι και την τελευταία του στιγμή ζητούσε να μάθει πράγματα.

Ένας σπάνιος άνθρωπος, που θα λείψει από τον κόσμο των ζωντανών και θα κοσμεί πλέον αυτόν των αθανάτων νεκρών…

 

Ιερή Πόλη Μεσολογγίου

Χρήστος Βλαχογιάννης – Καθηγητής Μουσικής