Δειλινά απαράλλαχτα λουσμένα στην κόκκινη αχλύ τους

Δειλινά απαράλλαχτα λουσμένα στην κόκκινη αχλύ τους

Εμείς που γεννηθήκαμε σ’ ετούτο τον τόπο, που δεθήκαμε με την τύχη του και πικραινόμαστε για το ξεθώριασμα της παληάς λάμψης του, δεν πρέπει να είμαστε απόλυτοι.
Το Μεσολόγγι φθάρθηκε βέβαια και ξεχάστηκε, δεν πέθανε όμως. Μπορεί βέβαια σιγά – σιγά, όπως ένας πληγωμένος το αίμα του, να έχασε τον κόσμο του, μπορεί να δέχεται καθημερινά επιδρομές κι’ εγκαταστάσεις «βαρβάρων», μπορεί να έχασε τους γραφικούς μώλους και τις βάρκες του με τ’ άσπρα πανιά, μπορεί χορτάρι να σκεπάζει τα παληά του αρχοντικά και μέρα τη μέρα να πέφτει στη λησμονιά, όμως πολλές είναι οι στιγμές του που το δένουν με το χθες.

Αρκεί κανείς να βγει, ένα ανοιξιάτικο σούρουπο σ’ ένα δρόμο ή σε μια παραλία και θα βρει αμέσως την αναλλοίωτη ατμόσφαιρα του Μεσολογγίου.
Ένας ζεστός αέρας, ανακατεμένος με τη γνώριμη μυρωδιά του αλατιού, κυλάει αργά στους ήσυχους δρόμους, οι αραιοί θόρυβοι είναι καθαροί, σαν πλυμμένοι απ’ την σιωπή του σούρουπου, και πίσω απ’ τις άκομψες «μοντέρνες» κατασκευές, μπορείς να διακρίνεις τη θάλασσα, ατάραχη και φιλική, σκεπασμένη μ’ ένα αδιόρατο μενεξεδί χρώμα, μπορείς να σταθείς στην ακινησία ενός παλιού σιδεροπελέκητου μπαλκονιού που κρατάει στην αγκαλιά του γλάστρες με γεράνια.
Εκείνη τη μαγική ώρα, μπορείς σίγουρα να αγνοήσεις ό,τι ασχημίζει ίσως σήμερα την πόλη και να πεις ότι ο χρόνος έχει σταματήσει. Γιατί όσο παντοδύναμος κι αν είναι, υπάρχουν και μερικά πράγματα που δεν μπορεί να καταλύσει: τη θάλασσα, τον αέρα, τον ήλιο, τα λουλούδια.

Κι είναι ακριβώς αυτά τα αναλλοίωτα στοιχεία που μας δένουν με τους αμέτρητους ανθρώπους που πέρασαν πριν από μας και με τους αμέτρητους που θα ’ρθουν μετά από μας.
Στεκόμαστε στην άκρη της λιμνοθάλασσας και την κοιτάμε με τα μάτια των χτεσινών και των μελλοντικών ανθρώπων, που θα περάσουν από τούτη τη μικρή πολιτεία. Ανασαίνουμε την αλμύρα με τα ρουθούνια των αιώνιων ανθρώπων. Κι’ είναι στ’ αλήθεια παρηγοριά να ξέρει κανείς πως, μπορεί σιγά – σιγά η μικρή ετούτη πόλη να χάσει εντελώς το χρώμα της, να ξεμακρύνει απ’ τη θάλασσά της και να λησμονηθεί απ’ τον κόσμο, όμως, σε πείσμα του χρόνου, τα δειλινά της θα μένουν απαράλλαχτα λουσμένα στην κόκκινη αχλύ τους και τη χλιαρή ανάσα της αλμύρας της λιμνοθάλασσας.

Από την πνευματική παρακαταθήκη της πεζογράφου Ακακίας Κορδόση / Ιστολόγιο του Κέντρου Λόγου και Τέχνης ‘Διέξοδος’