Σχετικά με τα κενά και πλεονάσματα εκπαιδευτικών ΠΥΣΔΕ Αιτωλοακαρνανίας

Β ΕΛΜΕ Αιτωλοακαρνανίας:

Η διαδικασία με την οποία καλούνται τα Υπηρεσιακά Συμβούλια να υπολογίσουν κενά και πλεονάσματα του εκπαιδευτικού προσωπικού, όπως αναφέρει και η εγκύκλιος που στάλθηκε στις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης στηρίζεται στο ΠΔ 50/96 το οποίο ορίζει σαφώς άρθρο 4 παρ. 3 ότι οι εισηγήσεις των ΠΥΣΔΕ προς την Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου αποστέλλονται μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου και άρθρο 4 παρ. 1 ότι για την πραγματοποίηση των μεταθέσεων καταρτίζονται μέχρι τις 10 Μαρτίου κάθε σχολικού έτους πίνακες κενών οργανικών θέσεων κατά περιοχή μετάθεσης.
Τα πλασματικά κενά των καθηγητριών/των, που παρουσιάζει το ΠΥΣΔΕ σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία δεν αποτυπώνουν τις πραγματικές ανάγκες των σχολειών, διότι δεν παίρνει υπόψη: α) την αύξηση του υποχρεωτικού μας ωραρίου, β) τις νέες αλλαγές που έγιναν την περσινή χρονιά στα Γυμνάσια με την μείωση των ωρών του ωρολογίου προγράμματος, γ) τη κατάργηση των ωρών των εργαστηρίων των Φυσικών επιστημών και της Πληροφορικής, δ) τον μη υπολογισμό των διδακτικών ωρών όσων υπηρετούν σε θέση ευθύνης αλλά το κανονικό ωράριο σαν να υπηρετούσαν ως απλοί εκπαιδευτικοί, ε) τις ιδιαίτερες συνθήκες των ΕΠΑΛ στ) τη μαθητική διαρροή στο νομό, και ζ) τον συνολικό «άυλο» εργάσιμο χρόνο των εκπαιδευτικών εκτός του διδακτικού τους ωραρίου.
Οι περικοπές ωρών διδασκαλίας μαθημάτων, πολλών ειδικοτήτων μαζί με τα παραπάνω έχουν ως συνέπεια την υποβάθμιση της μαθησιακής διαδικασίας και την απώλεια πολλών οργανικών θέσεων εκπ/κών. Το αντιφατικό βέβαια στο ΠΥΣΔΕ Αιτωλ/νία είναι στον πίνακα Γ’ φαίνονται 171 πλεονάσματα εκπαιδευτικών ενώ από την άλλη να έχουν προσληφθεί 150 Αναπληρωτές. Όπου φανερώνει ότι τα μεγάλα πλεονάσματα με τα δεδομένα του Υπουργείου, δεν είναι πραγματικά αφού οι συνάδελφοι αναπληρωτές καλύπτουν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες και όχι λειτουργικά κενά που «βαφτίζει» κάθε χρόνο το Υπουργείο και η διοίκηση. Στο Ενιαίο Ειδικό Τεχνικό Γ/σίο με Λυκειακές Τάξεις του Αγρινίου καθώς και στο ΕΕΕΕΚ η συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών είναι αναπληρωτές. Στο νομό κάθε χρόνο προλαμβάνονται 55 συνάδελφοι, όπως και στο τρέχον σχολικό έτος, αυτοί οι συνάδελφοι υπολογίζονται στα κενά και πλεονάσματα του υπουργείου ή τους θεωρούν λειτουργικά κενά;
Στην εγκύκλιο γίνεται συστηματική αναφορά στο νομοθετικό πλαίσιο και σε εγκυκλίους σχετικά με τις αναθέσεις (θα αλλάξουν ξανά μετά τις ενοποιήσεις ειδικοτήτων;) και για την λειτουργία των τμημάτων, απαιτείται η αναγωγή ενδεχομένων ολιγομελών υπαρχόντων τμημάτων στο «ορθό», δηλαδή ζητείται ο αριθμός των μαθητών στα τμήματα να υπολογίζεται με 27-30 μαθητές. Με αποτέλεσμα να υπάρχουν τμήματα κατεύθυνσης στο νομό με 25 μαθητές! Και με την ουσιαστική αύξηση των ορίων στα τμήματα με μαθητές με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες και τις συγχωνεύσεις τμημάτων γενικής παιδείας, που αποσκοπούν όλα αυτά άραγε; Μήπως στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης και το άνοιγμα της στρόφιγγας των μόνιμων διορισμών; Το αντίθετο μάλιστα στην συρίκνωση και τη διαχείριση της μιζέριας από τα ΠΥΣΔΕ.
Παρακάμπτεται η πάγια θέση του συνδικαλιστικού κινήματος ότι οι πίνακες αυτοί να συμπληρώνονται με την σύμφωνη γνώμη του συλλόγου διδασκόντων και όχι αποκλειστικά από τον Διευθυντή του σχολείου.
Στην εγκύκλιο και στους πίνακες υπολογισμού από τα ΠΥΣΔΕ των κενών και πλεονασμάτων για πρώτη φορά δεν αναφέρεται η εκτίμηση των ΠΥΣΔΕ, υποβαθμίζοντας έτσι την λειτουργία του.
Το Υπουργείο συνεχίζοντας την εισαγωγή «νέων ηθών», επικαλείται τον έγκαιρο προγραμματισμό των μεταθέσεων οι οποίες έχουν ελαχιστοποιηθεί, όμως οι πραγματικές στοχεύσεις είναι εντελώς διαφορετικές π.χ. τα διογκωμένα πλεονάσματα που θα προκύψουν, θα αποτελέσουν το άλλοθι για να απορριφθούν (και φέτος)πάρα πολλές αιτήσεις μετάθεσης και να μειωθούν δραστικά οι προσλήψεις εκπαιδευτικών και να προκύψουν τα ανάλογα πλεονάσματα των μνημονιακών υποχρεώσεων στους δανειστές της χώρας.
Είναι φανερό τόσο από την ίδια διαδικασία όσο και από τον τρόπο υπολογισμού των κενών και πλεονασμάτων το υπουργείο παίρνει στα χέρια του την υπόθεση της διαμόρφωσης των κενών και των πλεονασμάτων, στο πλαίσιο της συνολικότερης αντιεκπαιδευτικής πολιτικής.
Επιδιώκουν λιγότερα κενά και όσο γίνεται περισσότερα πλεονάσματα που θα τροφοδοτήσουν την «κινητικότητα» στην Δ.Ε. Αιτωλ/νίας έχουμε χαρακτηριστικό παράδειγμα πλεονασμάτων και προσλήψεων αναπληρωτών.
Ο αριθμός των μαθητών δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 20 για τα τμήματα των Γυμνασίων και της γενικής παιδείας των Λυκείων, τους 15 στις κατευθύνσεις και τους 10 για τα εργαστήρια, πάγια θέση του εκπαιδευτικού κινήματος που είχε εφαρμοστεί στην πράξη τα τελευταία χρόνια.
Επειδή η αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών αποτελεί συνέχεια ενός οργανωμένου σχεδίου που ξεκίνησε με καταργήσεις-συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων, συμπτύξεις τμημάτων, αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα, περικοπές των λειτουργικών δαπανών για τα σχολεία και στοχεύει στη συρρίκνωση του αγαθού της δημόσιας δωρεάν παιδείας.
Η συνέχιση αυτής της πολιτικής θα βρει τον κλάδο αντιμέτωπο με τα ίδια προβλήματα και τη νέα χρονιά.
Το συνδικαλιστικό κίνημα οφείλει να αντισταθεί στη συνέχιση αυτής της πολιτικής αναπτύσσοντας ενωτικούς και αποτελεσματικούς αγώνες.
Με βάση τα παραπάνω καλούμε τους αιρετούς μας στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο (ΠΥΣΔΕ Αιτωλ/νίας) να καταψηφίσουν τους πίνακες με την εικονική πραγματικότητα, που επιζητά με μεθοδεύσεις το Υπουργείο Παιδείας όσον αφορά τα κενά και πλεονάσματα για το σχολικό έτος 2018-2019 του εκπαιδευτικού προσωπικού, όπως αναφέρει και η εγκύκλιος για τις μεταθέσεις των εκπαιδευτικών».
Θεωρούμε ότι πρέπει να σχεδιαστεί εκ νέου το status της συγκρότησης των τμημάτων του κάθε τύπου σχολείου σε σχέση με τον αριθμό μαθητών με κριτήρια: 1) ο τύπος του σχολείου, 2) συγκρότηση πληθυσμού της κάθε περιοχής που εδρεύει η σχολική μονάδα, 3) οι κοινωνικό-οικονομικές τοπικές συνθήκες που επικρατούν.
Συνεπώς θα πρέπει το Υπουργείο παιδεία να λάβει σοβαρά υπόψη του επιπλέον ορισμένους νέους παράγοντες που προκύπτουν και καθορίζουν το άμεσο μέλλον το δομικό μέρος των σχολείων, όπως η οικονομική και κοινωνική κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία, το δημογραφικό προβλήματος, την ραγδαία εξέλιξη των νέων τεχνολογιών, καθώς και του αυξανόμενου βαθμού δυσκολίας της παιδαγωγικής προσαρμογής σήμερα των μαθητών στο σχολικό περιβάλλον. Τότε και μόνο με απόφαση του Συλλόγου διδασκόντων θα αποτυπώνονται αντικειμενικά οι ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό και θα μειωθούν δυστοκίες και επιστημονική ζητήματα στις αναθέσεις μαθημάτων, όπου σήμερα έχει γίνει ο βραχνάς όλων μας.
Τέλος η γραφειοκρατική αντίληψη διαχείρισης του εκπαιδευτικού προσωπικού, χρόνια τώρα δεν έχει οδηγήσει πουθενά, αντί μιας ορθολογικής αξιοποίησης όλων των κλάδων και ειδικοτήτων, που πρέπει να γίνεται, με διεπιστημονικό και παντεχνικό τρόπο, χωρίς υπηρεσιακή οπισθοδρόμηση, διαλυτικά φαινόμενα και υποβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, που χωρίς την αύξηση των δημοσίων δαπανών για την εκπαίδευση όλα αυτά θα διονίζονται και θα «κατατρώγουν» τη δημόσια εκπαίδευση και μαζί το ανθρώπινο επιστημονικό δυναμικό της χώρας μας.